επισκεπής

ἐπισκεπής, -ές (Α)
σκεπαστός, αυτός που προφυλάσσει από τον άνεμο και το κρύο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + -σκεπής (< σκέπας «κάλυμμα»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπισκεπῆ — ἐπισκεπής covered over neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἐπισκεπής covered over masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐπισκεπής covered over masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκεπέσι — ἐπισκεπής covered over masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκεπεῖ — ἐπισκέπτομαι pass in review aor subj mp 3rd sg (epic) ἐπισκεπής covered over masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἐπισκεπής covered over masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισκεπεῖς — ἐπισκέπτομαι pass in review aor subj mp 2nd sg (epic) ἐπισκεπής covered over masc/fem acc pl ἐπισκεπής covered over masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θαμνοσκεπής — ες ο καλυμμένος από θάμνους, θαμνόφυτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < θάμνος + σκεπής (< σκέπας, σκέπος), πρβλ. ασκεπής, επισκεπής] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.